top of page

Οι ρομαντικοί

(Θεατρο)ιστορίες γι’ αγρίους

Throwback Thursdays



Την περασμένη εβδομάδα μιλήσαμε για την σχέση Ρομαντισμού, ανεκπλήρωτου έρωτα και Σαίξπηρ (Έρωτας Φονιάς), και θυμήθηκα το έργο ενός άλλου συγγραφέα και ποιητή, του Εντμόντ Ροστάν. Ο Ροστάν γεννήθηκε στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, οπότε πρόλαβε οριακά την περίοδο του Ρομαντισμού. Ανήκει στους νεο-Ρομαντικούς συγγραφείς. Το διασημότερο (με διαφορά) έργο του είναι ο Συρανό ντε Μπερζεράκ, το οποίο σίγουρα θα έχετε ακουστά.


Μερικά χρόνια νωρίτερα, όμως, είχε γράψει ένα άλλο θεατρικό έργο, το πρώτο του, με τίτλο “οι Ρομαντικοί”. Τους Ρομαντικούς τους έχω δει μόνο μια φορά, το μακρινό 2000, στο ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας. Ήταν η πρώτη φορά που ανέβαινε το έργο στην Ελλάδα (κι ας γράφτηκε παραπάνω από έναν αιώνα πριν) και μάλλον η τελευταία, αφού δεν είδα να αναφέρεται πουθενά αλλού από τότε. Και είναι κρίμα, γιατί είναι ένα πολύ ωραίο έργο.


Το έργο του ΔΗΠΕΘΕ σκηνοθετούσε ο Στάθης Λιβαθινός, κάτι που δεν θυμόμουν και ανακάλυψα ψάχνοντας πληροφορίες για την παράσταση. Επομένως, αυτή είναι η πρώτη παράσταση του Λιβαθινού που είδα ποτέ και (χωρίς να το ξέρω) έθεσε ψηλά τον πήχη. Η μετάφραση ήταν του ποιητή Στρατή Πασχάλη, έμμετρη όπως και το πρωτότυπο (είπαμε ο Ροστάν ήταν πρωτίστως ποιητής). Την σκηνοθέτησε υποδειγματικά ο Λιβαθινός, εκμεταλλευόμενος πλήρως τον έμμετρο λόγο και τον ταχύτατο ρυθμό που δημιουργεί. (Και κάπου εδώ αναρωτιέμαι πώς γίνεται το ίδιο δίδυμο να είναι υπεύθυνο για έναν από τους φετινούς Βασιλιάδες Ληρ, που - κατά την γνώμη μου - ήταν πολύ υποδεέστερος των Ρομαντικών.)


Το έργο ήταν από μόνο του μια διαρκής έκπληξη. Αρχικά, από τον τίτλο και γνωρίζοντας ότι ο Ροστάν έχει γράψει τον Συρανό, περίμενα να δω κάτι παρόμοιο. Δεν περίμενα με τίποτα ότι θα είναι μια από τις καλύτερες κωμωδίες που έχω δει ποτέ. 


Διαδραματίζεται σε μια αυλή που την χωρίζει στην μέση ένας τοίχος. Εκατέρωθεν του τοίχου ζουν μια νέα (Συλβέτ) κι ένας νέος (Περσινέ), των οποίων οι πατεράδες (και γείτονες) είναι ορκισμένοι εχθροί και δεν θέλουν τα παιδιά τους να κάνουν παρέα. 


Τα παιδιά όμως ερωτεύονται και ο τοίχος γίνεται το σημείο συνάντησής τους. Νιώθουν σαν τον Ρωμαίο και την Ιουλιέτα, που οι οικογένειές τους δεν τους αφήνουν να παντρευτούν. Για την ακρίβεια, το έργο ξεκινάει με τον Περσινέ να διαβάζει στην Συλβέτ αποσπάσματα από το “Ρωμαίος και Ιουλιέτα”! (Αν μη τι άλλο, όχι μόνο ο Ροστάν δεν έκρυψε την πηγή έμπνευσής του, αλλά την έκανε μέρος του έργου.)


Εκεί έρχεται η πρώτη ανατροπή, καθώς μαθαίνουμε ότι η έχθρα των γονιών και ο τοίχος είναι ένα τέχνασμα. Οι πατεράδες είναι φίλοι που χρόνια τώρα ήθελαν να παντρέψουν τα παιδιά τους. Επειδή ήξεραν όμως ότι οι δύο νέοι - ως ρομαντικοί - δεν θα συμφωνούσαν ποτέ στο προξενιό, παίζουν για χρόνια θέατρο, ώστε το ρομαντικό ζευγάρι να ερωτευτεί, πιστεύοντας ότι πηγαίνει κόντρα στην θέληση των γονιών του.


Τώρα όμως που τα παιδιά όντως ερωτεύτηκαν, οι πατεράδες πρέπει να βρουν τρόπο να “σπάσουν” την έχθρα, χωρίς να τους καταλάβουν. Μισθώνουν έναν ηθοποιό-ξιφομάχο-τυχοδιώκτη, τον Στραφορέλ, που στήνει μια “σούπερ λουξ” απαγωγή της Συλβέτ. Ο Περσινέ την σώζει (ή έτσι νομίζει) από τους απαγωγείς, ενώ οι γονείς ξεχνούν την έχθρα και συμφωνούν να συμπεθεριάσουν.


Και έζησαν όλοι καλά κι εμ… Αμ δε, αυτή είναι μόνο η πρώτη πράξη του έργου! 


Στη συνέχεια, νέα ανατροπή, οι πατεράδες συνειδητοποιούν ότι το θέατρο που έπαιζαν έδινε και σε αυτούς ζωή, ενώ τώρα τσακώνονται στα αλήθεια για μικροπράγματα. Οι νέοι, εν τω μεταξύ,  ανακαλύπτουν την πλεκτάνη, συνειδητοποιούν ότι δεν είναι είναι ο Ρωμαίος και η Ιουλιέτα, χάνεται ο ρομαντισμός και ξενερώνουν. Σχολάει ο γάμος (και ο Στραφορέλ μένει απλήρωτος).


Το ζευγάρι χωρίζει και παίρνει διαφορετικούς δρόμους. Θα έχουν και οι δύο την ευκαιρία να έρθουν αντιμέτωποι με τα ρομαντικά τους ιδεώδη (με λίγο σπρώξιμο από τον Στραφορέλ που ακόμα προσπαθεί να πάρει τα λεφτά του). Συνειδητοποιούν ότι στην θεωρία φαινόταν πολύ πιο ελκυστικό από ό,τι στην πράξη και τελικά δεν είναι αυτό που θέλουν. Ανακαλύπτουν ότι ο έρωτάς τους ήταν αληθινός και αποφασίζουν να παντρευτούν, αυτή τη φορά πολύ πιο συνειδητοποιημένοι. (Και ο Στραφορέλ επιτέλους πληρώνεται.)


Το έργο δεν φτάνει σε βάθος τον Συρανό, αλλά δεν είναι αυτός ο σκοπός του. Μέσα σε μία ώρα και κάτι, περνάει από την κορύφωση του ρομαντισμού στην απομυθοποίησή του και οδηγείται σε μια πιο ώριμη αντίληψη του έρωτα και του ρομαντισμού. Νομίζω ότι ο Ροστάν καταφέρνει να συμπτύξει αλληγορικά σε ένα έργο την ιστορία ενός ολόκληρου αιώνα (θυμίζω ότι το έργο είναι κωμωδία).


Διαβάζοντας σήμερα τις οδηγίες του συγγραφέα στο κείμενο του έργου, λάτρεψα τον Ροστάν λίγο παραπάνω. Πρώτον, στους χαρακτήρες του έργου συμπεριλαμβάνει και τον τοίχο, ως βουβό πρόσωπο! Δεύτερον, η μόνη οδηγία που δίνει είναι ότι “η δράση του έργου μπορεί να τοποθετηθεί οπουδήποτε, αρκεί τα κοστούμια να είναι όμορφα”. (La scène se passe où l'on voudra, pourvu que les costumes soient jolis.)


Αν αναρωτηθήκατε γιατί αναφέρω συνέχεια τον Στραφορέλ στην περιγραφή του έργου, δεν ήταν τυχαίο. Ο Τάσος Γιαννόπουλος ως Στραφορέλ έκλεψε την παράσταση. Περίπου μια δεκαετία πριν γίνει τηλεοπτικά γνωστός (ως Μάκης στη σειρά “Ευτυχισμένοι μαζί”) έδωσε μια αξέχαστη ερμηνεία, καλύτερη από οτιδήποτε τον έχετε δει να παίζει στην τηλεόραση. Ήταν τόσο καλός, που μέχρι σήμερα δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι ήταν ο ίδιος ηθοποιός.


Παρεμπιπτόντως, το άλλο έργο του Ροστάν, ο Συρανό, πάλι στο ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας, με έκανε να συνειδητοποιήσω πόσο σπουδαίος ηθοποιός είναι ο Μηνάς Χατζησάββας. Αλλά για αυτή την ιστορία θα σας μιλήσω μια άλλη φορά.


Πηγές:



Σχετικές αναρτήσεις

Εμφάνιση όλων

댓글


bottom of page