top of page

Το μοιραίο ποίημα

(Θεατρο)ιστορίες γι’ αγρίους



Την προηγούμενη εβδομάδα, όταν έψαχνα πληροφορίες για τον Βασιλιά Ληρ, έπεσα σε μια συνέντευξη του Θύμιου Καρακατσάνη, όπου έλεγε ότι ο Βασιλιάς Ληρ ήταν ένας από τους ρόλους που θα ήθελε να είχε παίξει. Θυμήθηκα ένα αφιέρωμα της ΕΡΤ, στο οποίο περιέγραφε πώς κατέληξε να σπουδάσει στο Θέατρο Τέχνης του Κουν και ξεκίνησε η λαμπρή του καριέρα ως ηθοποιός.


Ο Θύμιος Καρακατσάνης γεννήθηκε και μεγάλωσε στον Πειραιά. Τα πρώτα χρόνια της ζωής του ήταν πολύ δύσκολα: 2ος Παγκόσμιος Πόλεμος, Κατοχή, Εμφύλιος. Ήταν και παρέμεινε ένας λαϊκός άνθρωπος. Στον αγώνα για την επιβίωση, δεν σχεδίαζε να γίνει ηθοποιός.


Ωστόσο, το μικρόβιο είχε μπει από νωρίς. Στο σχολείο πήρε μέρος σε διάφορες παραστάσεις. Έπαιξε μέχρι και τον Αβραάμ στην θυσία του Αβραάμ. Όπως χαρακτηριστικά λέει ο ίδιος, “την θυσία δεν κατάλαβα, αλλά την έκανα παρ’ όλα αυτά”.


Σκόπευε να σπουδάσει στο Πολυτεχνείο και είχε ξεκινήσει να μαθαίνει σχέδιο. Στα μαθήματα, έπαιρνε τα χαρτιά που έφτιαχναν τα τελάρα και έφτιαχνε στολές για χαρακτήρες με τους οποίους έκανε τους υπόλοιπους να γελάνε. Εκείνοι τον παρότρυναν να γίνει ηθοποιός.


Και όχι μόνο. Ένα βράδυ τον πήραν μαζί να δουν μια παράσταση του Κουν στο Θέατρο Τέχνης. Ο κλειστός και σκοτεινός χώρος του θεάτρου ήταν κάτι εντελώς διαφορετικό από ό,τι είχε συνηθίσει ο Καρακατσάνης. Αναρωτιόταν τι δουλειά έχει αυτός εκεί, ανάμεσα σε κόσμο που δεν έμοιαζε στους ανθρώπους που ήξερε στον Πειραιά. Και τότε ξεκίνησε η παράσταση. Και ο Καρακατσάνης μαγεύτηκε από το θέατρο του Κουν.


Αποφάσισε να σπουδάσει υποκριτική, αλλά δεν ήθελε να πληρώσει, γιατί δεν του περίσσευαν τα λεφτά. Ετοίμασε μονόλογο και ποίημα και πήγε να δώσει εξετάσεις στο Εθνικό. Ανεβαίνει στην σκηνή και ξεκινά να παίζει έναν μονόλογο του Οιδίποδα με στόμφο, γιατί αυτή την εικόνα είχε για το “σοβαρό” αρχαίο δράμα. Τον έκοψαν στα μισά του μονολόγου. Δεν τον άφησαν καν να πει το ποίημα.


Επόμενος σταθμός το Θέατρο Τέχνης. Όσο έπαιζε τον Οιδίποδα, η επιτροπή γελούσε. Όμως τον άφησαν να πει το ποίημα. Ο Καρακατσάνης είχε επιλέξει τους Μοιραίους του Βάρναλη. Αν και σήμερα το ποίημα είναι πασίγνωστο και διδάσκεται στα σχολεία, τότε δεν είχε ακόμα μελοποιηθεί από τον Θεοδωράκη και δεν ήταν δημοφιλές.


Τα πρόσωπα που περιγράφονται στο ποίημα, λαϊκά και ταλαιπωρημένα, σίγουρα “μιλούσαν” στον Καρακατσάνη περισσότερο από ό,τι ο Οιδίποδας. Έπαιζε εντός έδρας. Απαγγέλλει το ποίημα και φτάνει στην προτελευταία στροφή, όπου τα 4 πρόσωπα που κάθονται στο τραπέζι συζητούν μεταξύ τους:


— Φταίει το ζαβό το ριζικό μας! 
— Φταίει ο Θεός που μας μισεί! 
— Φταίει το κεφάλι το κακό μας! 
— Φταίει πρώτ’ απ’ όλα το κρασί!

Ο Καρακατσάνης επιλέγει να πει τους στίχους ως τέσσερις διαφορετικοί ρόλοι. Και τώρα ήταν η σειρά του Κουν να μαγευτεί. Τον συνεπήρε η ικανότητα του Καρακατσάνη να βγαίνει από τον έναν ρόλο και κατευθείαν να μπαίνει στον επόμενο. 4 χαρακτήρες μέσα σε μόλις 4 ατάκες!


Ήταν αυτοί οι 4 στίχοι που έβαλαν τον Καρακατσάνη στο Θέατρο Τέχνης. Αυτή η μικρή χρονική στιγμή καθόρισε την καλλιτεχνική του πορεία, γεμάτη με πολλές επιτυχίες και διεθνή καταξίωση.


Πηγές



Σχετικές αναρτήσεις

Εμφάνιση όλων

Τιγρογυναίκες

Comments


bottom of page