top of page

Ζώντας ένα Δράμα με τον ΠΑΙΧΤΗ…Αλέξανδρο Χρυσανθόπουλο



-Αλέξανδρε, σε καλωσορίζω στην ομάδα μας ‘Ζω ένα Δράμα’ λέγοντάς σου, ότι η παράσταση «Παίχτες» στην οποία πρωταγωνιστείς, έλαβε από τα μέλη μας δύο βραβεία. Αυτό της «καλύτερης κωμωδίας» και «της παράστασης με το καλύτερο συνολικό καστ ηθοποιών». Θα ξεκινήσω από το δεύτερο. Πράγματι η παράσταση αυτή εκτός του κεφιού και της φρεσκάδας της, ξεχώρισε κυρίως σε επίπεδο επικοινωνίας μεταξύ των ηθοποιών της. Ο ρυθμός και ο συντονισμός μεταξύ σας ήταν τέτοιος, που μοιάζατε με ένα καλοκουρδισμένο σώμα. Η πρώτη μου ερώτηση λοιπόν είναι, εκτός από την πολλή δουλειά, που είναι καταφανής, τι άλλο χρειάζεται για να πετύχει ένας θίασος αυτό το αποτέλεσμα; Είναι κάτι που χτίζεται ή είναι ζήτημα χημείας; Τι συνέβη με σας;


Σίγουρα μεγάλο ρόλο σ’ όλο αυτό παίζει ότι γνωριζόμαστε χρόνια με τα παιδιά. Εγώ με τον Νιάρρο γνωριζόμαστε από την Α΄ Δημοτικού και είμαστε κολλητοί από το Γυμνάσιο. Με τον Ηλία τον Μουλά μπήκαμε κυριολεκτικά μαζί στη σχολή. Με τον Βασίλη (Μαγουλιώτη) γνωριστήκαμε με το που βγήκαμε. Ο δε Κουτλής ήταν ένα έτος μικρότερος στο Ωδείο. Όταν γύρισε λοιπόν ο Κουτλής από τη Ρωσία όπου σκηνοθετούσε τους Παίχτες, μας πήρε κατευθείαν τηλέφωνο και μας πρότεινε να κάνουμε κάτι μαζί. Έχει σημασία ο τρόπος επικοινωνίας και ο κώδικας του χιούμορ που έχουμε αναπτύξει. Από την άλλη σίγουρα θέλει ηθοποιούς καλούς στον αυτοσχεδιασμό. Εντάξει, δεν θα περιαυτολογήσω για την ομάδα μου. Χρειάζεται αντίληψη και κάποιες τεχνικές υποκριτικής που δεν έχουν αναγκαστικά όλοι οι ηθοποιοί. Το να μην τις έχει κάποιος, αυτό από μόνο του δεν τον καθιστά κακό ηθοποιό, απλά δεν τον καθιστά καλό σ’ ένα τέτοιο είδος. Οπότε σημασία έχει και η χημεία μας και ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζουμε κάποιες φορές το θέατρο ως παιχνίδι. Σκέψου ότι ήδη από τη δεύτερη ανάγνωση, είχαμε όλοι σηκωθεί πάνω και παίζαμε! Με τον Νιάρρο κάναμε στο ντουέτο των απατεώνων κοινά πράγματα ταυτόχρονα! Ήταν μια συνθήκη μετά από την καραντίνα που είχαμε όλοι τόση καταπίεση και τόση χαρά να κάνουμε θέατρο. Δεν μπορώ να στο εξηγήσω αυτό. Κι εμείς δηλαδή γουστάραμε ακραία την ώρα που το κάναμε.


-Τώρα εξηγούνται πολλά… Στην κριτική μου για τους «Παίχτες» έγραψα χαρακτηριστικά πως «η παράσταση είναι επιπέδου off Broadway» και εννοώ και σε απόθεμα φρεσκάδας, αλλά ιδίως από πλευράς επαγγελματισμού και λεπτομέρειας. Η αλήθεια είναι ότι μας δόθηκε η εντύπωση πως τα πάντα ήταν σκηνοθετημένα μέχρι και το μικρό δαχτυλάκι του κάθε ηθοποιού. Ισχύει κάτι τέτοιο;


Υπάρχει παρτιτούρα ξεκάθαρη, η οποία, όπως σου είπα, από τη δεύτερη κιόλας ανάγνωση άρχισε να χτίζεται κατά το 60-70%. Εμείς μέσα από αυτοσχεδιασμούς που κάναμε στις πρόβες γεννούσαμε άπειρο υλικό, το οποίο φυσικά ο Κουτλής με τη διάνοιά του το όρισε σε μία καθαρή παρτιτούρα, χωρίς φλυαρίες ή πράγματα που περισσεύουν. Στη σκηνή έχουμε λόγο, ντραμς, κίνηση, όλα μαζί και ταυτόχρονα διαφορετικά, σαν να είναι τρία διαφορετικά μουσικά όργανα. Ναι μεν υπάρχει παρτιτούρα, πάρα πολύ δομημένη, αλλά όχι τόσο λεπτομερειακή. Η ακραία λεπτομέρεια σε κάποια κομμάτια ήρθε μεταξύ μας επειδή την αναζητούσαμε για να διατηρείται σε μας απόλυτα το ενδιαφέρον της παράστασης. Ταυτόχρονα όμως έχει και αυτοσχεδιαστικά κομμάτια, τα οποία γεννήθηκαν στις πρόβες και εκεί θεωρώ πως κερδίζει και ένα μεγάλο μέρος του κοινού.

 

-Άρα εσείς οδηγήσατε τον Κουτλή σε αυτή την κατεύθυνση ή ο Κουτλής είχε κάτι συγκεκριμένο στο μυαλό του που το ενισχύσατε;


Όταν ήρθε ο Κουτλής και μας πρότεινε το έργο, εμείς δεν είχαμε ιδέα. Το είχε ήδη σκηνοθετήσει στη Ρωσία, είναι ένα από τα αγαπημένα του, έχει τέσσερις ανδρικούς ρόλους και μας είπε «πάμε να το κάνουμε;». Εννοείται πάμε να το κάνουμε! Ξεκινήσαμε με ανάλυση του Γιώργου και στη συνέχεια άρχισαν να γεννιούνται τα πράγματα στην πρόβα. Φυσικά ο Γιώργος από την πρώτη στιγμή άρχισε να καθοδηγεί. Αλλά ήταν σαν πανηγύρι οι πρόβες. Είχαν τόση χαρά δημιουργίας και συνάντησης! Είχε μια πολύ ωραία ισορροπία. Μας ενδιέφερε πολύ και η δραματουργία. Τη δραματουργία του την πειράξαμε για να την οδηγήσουμε στην καθαρή ανατροπή, για να νιώσει ο κόσμος στο τέλος ότι όλο το έργο ήρθε τούμπα. Η τόσο ακραία κωμωδία με τον Σάσα είναι παραπλάνηση. Όλο το έργο, όπως στα χαρτιά και στα μαγικά κόλπα, είναι η παραπλάνηση για να γίνει το κόλπο. Δεν είναι ποτέ το κόλπο αυτό καθαυτό. Η παράσταση είναι ένα θέατρο μέσα στο θέατρο. Σε σας παίζουμε το πρώτο επίπεδο του θεάτρου. Χρησιμοποιούμε την κωμωδία για να σας παραπλανήσουμε, ώστε να «φάτε» το πραγματικό κόλπο της τελικής εξαπάτησης του πρωταγωνιστή με τον οποίο ταυτίζεστε.

 

-Δεν ξέρω πώς τα κατάφερες, αλλά σχεδόν απάντησες στην επόμενη ερώτηση που σχεδίαζα να σου κάνω (γέλια). Η ερώτησή μου είναι λοιπόν η εξής: Σε μία παράσταση όπως η δική σας που ο θεατής περνάει τόσο καλά με το κομμάτι της κωμωδίας, το θέαμα, τη μουσική, το μπιτ, υπάρχει κίνδυνος να μείνει σε ένα πρώτο επίπεδο «διασκέδασης» και να μην διεισδύσει στο κείμενο του Γκόγκολ και στην τραγικότητα των ηρώων του; Είναι κάτι που σας απασχόλησε;


Εννοείται. Και ήταν και μεγάλος μας προβληματισμός. Και ο προβληματισμός ήταν κυρίως στο πού χρησιμοποιούμε την κωμωδία, όχι στο πόση θα είναι. Στα κομμάτια που χωράει η κωμωδία είναι πολύ καθαρές οι γραμμές του τι συμβαίνει: οι ήρωές μας σχεδιάζουν να εξαπατήσουν έναν γέρο, δεν μπορούνκαι περνούν στον γιο του. Αυτό είναι κατανοητό και εκεί χωράει η κωμωδία. Από τη στιγμή όμως που όλο αυτό το καθαρό κομμάτι φτάνει στην αποκάλυψη, η κωμωδία σβήνει. Γενικότερα υπάρχουν πάρα πολλές λεπτομέρειες που μπορώ να σου πω, ειδικά τώρα που τελειώνει η παράσταση, οι οποίες είναιγια να την δει κανείς δεύτερη και τρίτη φορά. Αυτό το είχε πει εξαρχής ο Κουτλής και προσπαθούσαμε κι εμείς με μανία να το επιτύχουμε. Στιγμές που υπάρχουν συναντήσεις πάνω στη σκηνή, πράγματα που ειπώνονται, μικρά πισωγυρίσματα ή «λάθη» των απατεώνων, τα οποία μέσω του χιούμορ ή του αντιπερισπασμού της προσοχής του θεατή, οδηγούν στην παραπλάνηση του ίδιου του θεατή. Το μεγάλο ατού αυτού του έργου είναι πως καθόλη τη διάρκειά του ο θεατής αγωνιά για το αν θα κερδίσει ο πρωταγωνιστής και η ομάδα των απατεώνων. Το πρώτο κομμάτι δεν έχει τόσο πολύ δράμα ως έργο. Το δράμα έρχεται στην αποκαθήλωση του Ίκαρου, γι’ αυτό και ο πρωταγωνιστής λέγεται Ίχαρεφ-Ίκαρος. Υπάρχει ένα σημείο στην αρχή που ο Αλεξέι προσπαθεί να διαβάσει το όνομα και λέει Ί-κα-ρε, Ί-κα-ρεφ. Δεν είναι κάτι που καταλαβαίνει εύκολα ο θεατής, είναι κάτι που γουστάραμε εμείς και κάναμε. Είναι ο Ίκαρος λοιπόν που στην αρχή μόνο κερδίζει, ανεβαίνει τόσο πολύ που πραγματοποιεί ύβρη και γι’ αυτό «τρώει τα μούτρα του». Στη Ρωσία αυτό το έργο είναι ό,τι ο Οιδίποδας για μας. Το ρωσικό κοινό βιώνει την άνοδο του Ικάρου ως δράμα γιατί ξέρει πώς καταλήγει. Εδώ αυτό που μπορούσαμε και έπρεπε να κάνουμε είναι να δείξουμε στους θεατές πως είναι όλα τέλεια. Μέσα από τις δυσκολίες που συναντούν και ξεπερνούν οι απατεώνες, φαινομενικά πετυχαίνουν, κερδίζουν, μέχρι να πραγματοποιηθεί η ύβρις και να έρθει η νέμεσις και η τίσις. Μορφή τραγωδίας.

 

-Πράγματι η παράσταση έχει πολλά επίπεδα ανάγνωσης. Με έκανες να θέλω να την ξαναδώ, αλλά είπες πως τελειώνει;…


Ε ναι, θα κάνουμε καλοκαιρινή περιοδεία στην Αθήνα μόνο. Έχουν ανοίξει κάποια εισιτήρια στο viva, σε ανοιχτά θέατρα που είναι κι αυτό πολύ ιδιαίτερο για μας και μετά τέλος.


-Άρα δεν θα συνεχιστεί και την επόμενη χρονιά… Θα στενοχωρηθούν οι φίλοι μας στο Ζω ένα Δράμα που δεν την πρόλαβαν.


Κι εμείς στενοχωριόμαστε, αλλά είναι μία παράσταση η οποίαέχει φέρει κάποιους πόνους στα σώματα των ηθοποιών, ας πούμε ότι κάποιοι ηθοποιοί κατέρρευσαν. Το θέλαμε πάρα πολύ, αλλά είπαμε να το αφήσουμε. Μπορεί να επανέλθει κάποια στιγμή στο μέλλον ως ένα πάρτι που θα ξαναγίνει.

                           

   

-Εγώ είμαι ένας άνθρωπος που καλώς ή κακώς δεν βλέπει καθόλου τηλεόραση. Γνωρίζω τους νέους ηθοποιούς από το θέατρο και έχω την ιδέα ότι η πραγματική καταξίωση για έναν ηθοποιό είναι η αναγνωρισιμότητα και η επιτυχία μέσα από τη δουλειά του στο θέατρο. Συμφωνείς; Εσύ πώς βίωσες την παράσταση και αυτή τη θεατρική επιτυχία;


Υπάρχουν πολλών ειδών ηθοποιοί, μπορεί να παίζουν τηλεόραση, να είναι πολύ επιτυχημένοι και να μην ασχολούνται καν με το θέατρο. Τώρα θα σου μιλήσω για τον εαυτό μου. Εγώ έπαιζα, δόξα τω Θεώ, δέκα χρόνια θέατρο με το που βγήκα από τη σχολή, σε πολύ ωραίες δουλειές. Εννοείται, λόγω θεάτρου, όπως λες κι εσύ με μια περιορισμένη αναγνωρισιμότητα. Μετά ήρθε για μένα η ΕΡΤ1 με το «Χαιρέτα μου τον πλάτανο» που αγάπησα πολύ τελικά, κυρίως λόγω των ανθρώπων που είχα γύρω μου, αλλά και γιατί είδα τα γυρίσματα -λόγω της ταχύτητάς τους και της απουσίας της πρόβας- ως ένα ατελείωτο θεατρικό αυτοσχεδιασμό. Ήρθε μετά η αναγνωρισιμότητα της τηλεόρασης, η οποία ήταν πάρα πολύ ευχάριστη, καθώς ήμασταν και σε μια περίοδο κορωναϊού. Άκουγα φράσεις όπως «Είσαι ένας από τους λόγους που γελάω στη ζωή μου αυτή τη δύσκολη περίοδο», «Είχα τον άντρα μου στην εντατική και μόνο εκείνη την ώρα γελούσαμε στο νοσοκομείο», πολύ ωραία πράγματα. Αλλά η αποκάλυψη ήρθε όταν περπατούσα στην Αθήνα και με αναγνωρίζανε από τους Παίχτες. Εκεί που περίμενα να μου πουν συγχαρητήρια για τον ρόλο μου στην τηλεόραση, τον τελευταίο χρόνο με χαιρετάνε για τους Παίχτες! Κι εμείς απορούμε. Το λέμε συνέχεια μεταξύ μας. Γενικότερα, η Αθήνα έχει ανέβει πολύ θεατρικά. Ο κορωναιός έκανε και ένα καλό. Με το άνοιγμα της τηλεόρασης σε ανθρώπους του θεάτρου, έδειξε στον κόσμο της τηλεόρασης θεατρικούς ηθοποιούς και τους έφερε στο θέατρο. Δεν είναι μεγάλος ο αριθμός, γιατί η αλήθεια είναι πως δύσκολα ένας άνθρωπος που βλέπει τηλεόραση και έχει μάθει σ’ αυτό θα ξεκουνηθεί να πάειστο θέατρο, αλλά και πάλι υπήρξαν πολλές παραστάσεις φέτος που απέκτησαν έναν πολύ καλό αριθμό θεατών.

 

-Κι εμείς να ξέρεις, Αλέξανδρε, μέσα από αυτή την ομάδα, αυτό προσπαθούμε, να παρακινήσουμε και να φέρουμε τον κόσμο στο θέατρο. Νομίζω πως βοηθάει μια κοινότητα ανθρώπων με κοινά ενδιαφέροντα γιατί λίγο χανόμαστε μέσα στη Αθήνα και τους ρυθμούς της.


Είναι υπέροχο αυτό, Μαίρη, γιατί μεταξύ σας κιόλας θα μπορέσετε να επικοινωνήσετε καλύτερα το τι βλέπετε σε σχέση με έναν κριτικό θεάτρου. Με την έννοια ότι εσείς ανταλλάζετε απόψεις με την υποκειμενικότητά τους, αλλά έτσι βγαίνει ένα συμπέρασμα για τον καθένα. Μακάρι να υπάρχει πάντα καλό θέατρο και όχι «αρπαχτές». Πολλές φορές το κοινό δίνει το «αλάνθαστο» σε πολύ καλούς ηθοποιούς να επαναπαυτούν. Μακάρι να αρχίσει να υπάρχει αυτό το ταρακούνημα, ώστε να υπάρχουν παντού καλές δουλειές. Το κοινό ορίζει την αξία του προϊόντος.

               

       

Το κοινό πράγματι ορίζει την αξία του προϊόντος και στην περίπτωση των Παιχτών, το κοινό την όρισε πολύ υψηλά. Εμείς παρακολουθήσαμε ένα άριστο θεατρικό αποτέλεσμα, το οποίο όμως χτίστηκε με πολύ μεράκι και κόπο, χημεία και συν-τονισμό, σπουδή και αυθορμητισμό. Τίποτα το τυχαίο. Σ’ευχαριστώ, Αλέξανδρε, που με τίμησες μέσα από αυτή τη συνέντευξη, που ξαναβίωσα τον ενθουσιασμό και το κέφι τηςπαράστασής σας, που μου υπέδειξες σημεία δεύτερου επιπέδου δραματουργικής ανάλυσης που θα προσέξω τώρα που θα ξαναέρθω στην καλοκαιρινή περιοδεία να σας δω. Γιατί πρόκειται για παράσταση που αξίζει να δεις ξανά και ξανά…

Comentarios


bottom of page