top of page

Οι Garamond 12 μοιράζονται το Δράμα τους μαζί μας

Πριν λίγες μέρες βρέθηκα στο θέατρο Πορεία για να παρακολουθήσω την παράσταση Garamond 12. Το κακό με αυτό το θέατρο είναι ότι πάει κανείς με υψηλές προσδοκίες. Δεν περιμένει να δει απλώς μια ποιοτική παραγωγή, αλλά να ζήσει κάτι που θα θυμάται για καιρό. Ευτυχώς το καλό με αυτό το θέατρο είναι πως δεν μας έχει διαψεύσει ποτέ. Και γι’ αυτό ο κόσμος εμπιστεύεται όχι μόνο τις κλασικές του παραγωγές, όπως το φετινό Κουκλόσπιτο σε σκηνοθεσία Δημήτρη Τάρλοου, μα αγκαλιάζει και τις φρέσκιες του προτάσεις, όπως το Νυχιάνγκ, το Labor και το περί ου ο λόγος, Garamond 12.

To Garamond 12 με αιχμαλώτισε από τα πρώτα δευτερόλεπτα. Κάτι η μουσική, κάτι το μπλε φως με το χιόνι να πέφτει, με υπέβαλε απευθείας σ’ αυτό που λέμε “and let the magic begin". Πράγματι ήταν μια παράσταση με όλα τα μαγικά συστατικά: εμπνευσμένες ερμηνείες, ευρηματική σκηνοθεσία, πρωτότυπη μουσική και φώτα, σενάριο που κερδίζει τους θεατές.

Μετά, λοιπόν, την παράσταση μού δόθηκε η ευκαιρία να έχω έναν γόνιμο διάλογο με τους ηθοποιούς, τον σκηνοθέτη και τη συγγραφέα και να απευθύνω από μία ερώτηση στον καθένα:

 


Μαρία Δριμή [η συγγραφέας του Garamond 12]

-Το κείμενο αυτό προέκυψε μέσα από τη σχολή πυροδότησης θεατρικής γραφής του θεάτρου Πορεία. Θα ήθελα να σε ρωτήσω, τι πυροδότησε εσένα για να γράψεις αυτό το έργο; Και πώς ήταν η πορεία συγγραφής; Είχες όλη την πλοκή στο μυαλό σου και την εμπλούτισες ή ξεκίνησες από μια αφετηρία και σε οδήγησαν οι ήρωες;

Έγραψα το “Garamond 12” στο δεύτερο έτος της Σχολής Πυροδότησης Θεατρικής Γραφής του θεάτρου Πορεία με τον πυροδοτικό άξονα «ψεύδος», δοσμένο από τον Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη. Σκέφτηκα να βασίσω το έργο στην ιδέα της ψευδοπροσωπίας και έφτιαξα μια πρώτη εικόνα των τριών χαρακτήρων, του συγγραφέα, της μητέρας του και του alter ego του. Αργότερα προέκυψε ο τέταρτος χαρακτήρας, η κοπέλα με το συμβολικό όνομα Κάρεν Τρουθ, που γίνεται ο καταλύτης για την αποκάλυψη της αλήθειας. Το έργο γράφτηκε με σχετικά αργό ρυθμό για τα δικά μου δεδομένα. Είχα εξαρχής τη διάθεση ενός φωτεινού τέλους για τον κεντρικό ήρωα, παρότι δεν είχα όλη την ιστορία στο μυαλό μου. Μάλλον με καθοδήγησαν οι ήρωες, από ένα σημείο και μετά πήραν την πλοκή στα χέρια τους. Το κείμενο που ακούγεται από τους ηθοποιούς είναι τροποποιημένο από τον σκηνοθέτη για τις ανάγκες της παράστασης. Είναι η φρέσκια ματιά ενός νεαρού ταλαντούχου καλλιτέχνη, ο οποίος έχει ρίξει περισσότερο φως στις σκηνές που του κέντρισαν το ενδιαφέρον, παραχωρώντας στους ηθοποιούς και στιγμές αυτοσχεδιασμού, κάτι που με συγκίνησε ιδιαιτέρως.

 


Sergei Okunev [ο σκηνοθέτης του Garamond 12]

-Είσαι νέος σκηνοθέτης στον χώρο με φρέσκιες ιδέες. Πόσο δύσκολο είναι ένας νέος σκηνοθέτης να «επιβληθεί» στον χώρο και τους ηθοποιούς του; Υπήρξε κάποια σκηνή που να σε δυσκόλεψε; Και από την άλλη μεριά, υπάρχει κάποια σκηνή που να ξεχωρίζεις λίγο παραπάνω από τις άλλες;

Καταρχάς ως σκηνοθέτης δεν θέλω να επιβάλλομαι στους ηθοποιούς. Αυτό είναι κάτι από το παρελθόν. Ένα θέατρο δηλαδή αυταρχικής σκηνοθεσίας. Είναι καλύτερα να διαπραγματευόμαστε, να μιλάμε και να δουλεύουμε με τους ηθοποιούς. Για μένα όλες οι σκηνές ήταν δύσκολες. Γιατί ήταν όλες γραμμένες στα ελληνικά, που δεν τα μιλάω! Δεν μπορώ να ξεχωρίσω μια σκηνή. Γιατί σε κάθε σκηνή βρίσκαμε κάτι νέο, κοντινό και κατανοητό σε εμάς. Ξαναγράψαμε κάθε σκηνή σύμφωνα με τις επιθυμίες μας. Προσαρμόσαμε το πρωτότυπο κείμενο στις ιδέες μας. Οπότε δεν μπορώ να διαλέξω μόνο μία.                                                                   (από μετάφραση)

 


Αλέξανδρος Μαυρόπουλος [υποδύεται τον Μαρκ, τον αγοραφοβικό συγγραφέα]

-Υποδύεσαι ένα αγοραφοβικό άτομο και η κινησιολογία του, οι ακούσιες κινήσεις του ατόμου αυτού είχαν κάτι που μαρτυρούσε την πάθησή του. Από πού άντλησες έμπνευση για να αποδώσεις τον ρόλο σου με αυτή τη σωματικότητα;

Αρχικά έκανα έρευνα για να μάθω τι ακριβώς είναι αυτή η πάθηση, ποια τα συμπτώματά της και πώς αντιμετωπίζεται. Μετά μίλησα με ανθρώπους που αντιμετωπίζουν το ίδιο πρόβλημα και διάβασα σε forum πώς νιώθουν και πώς το διαχειρίζονται. Και τέλος, δοκιμές πολλές στις πρόβες για να βρούμε μια λειτουργία που να εξυπηρετεί και να δικαιολογεί την κατάσταση του ρόλου.

 


Χάρης Τζωρτζάκης [υποδύεται τον Τζέικ, το alter ego του Μαρκ για τον έξω κόσμο]

-Στην παράσταση αυτή υποδύεσαι κάποιον που υποδύεται κάποιον άλλο. Στη ζωή σου έχεις επιλέξει την υποκριτική τέχνη ως επάγγελμα. Πόσο από εσένα είδες σ’ αυτό τον ρόλο; Και τελικά ο Τζέικ ήταν ο θύτης ή το θύμα;

Σε όλους τους ρόλους που υποδύομαι πάντα προσπαθώ να βρω κάποιο στοιχείο του εαυτού μου. Ως λάτρης του ψέματος και πολέμιος της αλήθειας, αφού το ψέμα είναι σαφώς ανώτερο της αλήθειας -γιατί το ψέμα προστατεύει ενώ η αλήθεια εκθέτει- ο Τζέικ είναι ένας ρόλος που με ενέπνευσε. Ο Τζέικ δεν είναι ούτε θύτης ούτε θύμα. Είναι ένας πολέμιος της αλήθειας που τελικά λατρεύει το ψέμα.

 


Σίλια Μπισιώτη [υποδύεται την Κάρεν, η οποία ερωτεύεταιτον Μαρκ, που όμως είναι ο Τζέικ…]

-Χωρίς να αποκαλύψουμε το τέλος, μπορούμε να πούμε πως η Κάρεν έπεσε θύμα εξαπάτησης. Ερωτεύτηκε το πνεύμα του Μαρκ ή την εικόνα που είχε πλάσει γι’ αυτόν; Τι ασκεί μεγαλύτερη γοητεία στους ανθρώπους; Ερωτευόμαστε τον άλλον ή την εικόνα μέσα μας γι’ αυτόν;

Στην περίπτωση της Κάρεν προϋπήρχε ένας πλατωνικός έρωτας για τον Μαρκ, προτού τον γνωρίσει από κοντά. Όταν τον γνώρισε, η εικόνα του δεν είχε συνέπεια με αυτό που πίστευε. Νομίζω αυτό που γοητεύει τους ανθρώπους είναι πολύ σχετικό και έχει να κάνει με τον τρόπο που επιλέγει να υπάρχει κανείς. Προσωπικά με συγκινεί πολύ όταν κάποιος μπορεί να ακούει. Πιστεύω ερωτευόμαστε τον άλλον για αυτό που είναι όταν είμαστε συνειδητοί με το μέσα μας, αλλιώς φοράμε στον άλλο αυτά που μας λείπουν, κάτι που καμία σχέση δεν έχει με την αγάπη.

 


Μαρία Ζορμπά [υποδύεται τη Μπεθ, τη μητέρα του Μαρκ]

-Στη Μπεθ αναγνωρίσαμε στοιχεία από την (Ελληνίδα;) μάνα που αφενός «απαιτεί» την εκπλήρωση των δικών της προσδοκιών από το παιδί της, αφετέρου υπονομεύει τον απογαλακτισμό του. Εσύ πόσο ταυτίστηκες με αυτό το πρότυπο για να αποδώσεις τον ρόλο της Μπεθ; Βρήκες κάτι από τα δικά σου βιώματα που χρησιμοποίησες;

Σίγουρα δεν χρειάζεται να ταυτιστείς μ΄ ένα πρόσωπο για να το αποδώσεις επί σκηνής. Ειδικά όταν πρόκειται για κάποιο, που οι πράξεις του δεν σε βρίσκουν σύμφωνο. Όμως ακόμη περισσότερο σε μια τέτοια περίπτωση, αξίζει να το παρατηρήσεις, να καταλάβεις το δικό του βαθύ κίνητρο. Αυτό προσπάθησα να κάνω με τη Μπεθ και βρήκα, μεταξύ άλλων, να ξεχωρίζει η ανάγκη της για μεγαλείο, «για μεγάλα πράγματα» όπως λέει η ίδια. Προβάλλει τη δικιά της ανάγκη στο παιδί της και δεν έχει μάτια για τις δικές του ανάγκες. Η αγάπη της για την υψηλή τέχνη και τη μεγάλη λογοτεχνία είναι η δικαιολογία της. Και η μεγάλη παρεξήγηση του ρόλου της. Ελληνικό και παγκόσμιο φαινόμενο αυτή η παρεξήγηση, όπως και η μεγάλη δυσκολία του απογαλακτισμού, συχνά κι από τις δυο πλευρές. Είναι κάτι που αγγίζει βαθιά κάτι πολύ γνώριμο. Έβλεπα πρόσφατα ένα ντοκιμαντέρ για αθλήτριες της ενόργανης... Οι προπονητές τους μου θύμισαν σε σημεία τη Μπεθ. Αυτή την απαίτηση για το «δεκάρι» με κάθε κόστος. Αυτή την παραμέληση της ζωής. Τα «εκτροφεία» μεγάλων αθλητών, μεγάλων καλλιτεχνών έχουν και πολλή βία μέσα τους. Εδώ η ιδιότητα της μάνας, με την τρυφερότητα της, έρχεται να εξισορροπήσει λίγο την κατάσταση. Είναι όμως μια τρυφερότητα συχνά χειριστική και σε ένα όχι υγιές πλαίσιο. Πολλές φορές παλιότερα, αν μπορώ να πω ότι ταυτίστηκα με κάτι, είναι ότι είχα μια Μπεθ μέσα μου. Τον εαυτό μου, ως Μπεθ, για μένα. Κατάλαβα ότι είναι μια άλλη μορφή εγωισμού και την αποχαιρέτησα. Δεν χρειάζεται να κυνηγάμε το «δεκάρι». Υπάρχει μέσα στο δώρο της ζωής.

 


Ευχαριστώ ομάδα Garamond 12 για το δώρο αυτό της επικοινωνίας και της ανταλλαγής όμορφων σκέψεων! Τα λέμε στην (στο) Πορεία!

 

Comments


bottom of page