top of page

Γιωργής Τσουρής: Ο καλλιτέχνης ανησυχεί διαρκώς. Ποτέ δεν λέει "Τι ωραία, γίναμε!"

Συνάντησα τον Γιωργή Τσουρή στην πλατεία της Νέας Σμύρνης. Ήταν εμφανώς κουρασμένος ύστερα από πολύωρες πρόβες και, όπως μου είπε, μετά τη συνέντευξη θα πήγαινε κατευθείαν για μοντάζ. Δεν μπορούσα παρά να νιώσω ευγνωμοσύνη που μέσα σε έναν κυκεώνα επαγγελματικών υποχρεώσεων βρήκε χρόνο για μένα και το «Ζω ένα Δράμα». Φοράει το μπλουζάκι του Μάκη από το «Τζόνι Μπλε». «Έχω καμιά δεκαπενταριά από δαύτα, γιατί πολλές φορές αλλάζω και κατά τη διάρκεια της παράστασης. Την ιδρώνουμε τη φανέλα!». Και πράγματι.

[


-Είσαι από τους λίγους δημιουργούς στον θεατρικό χώρο που συνδυάζουν συγγραφή, σκηνοθεσία, μουσική και υποκριτική με επιτυχία. Νιώθεις μια μεγαλύτερη ευθύνη, ή και ανασφάλεια, επειδή φέρεις σχεδόν εξ ολοκλήρου το βάρος του τελικού αποτελέσματος;


-Στην πραγματικότητα η ανασφάλειά μου είναι άλλη. Το να παίζω, είναι η δουλειά μου. Είμαι ηθοποιός. Το όραμά μου πάνω στη σκηνή ξεκινάει από το όραμα του ηθοποιού. Συνήθως ξέρω τι θέλω να «κουβαλήσω» υποκριτικά πάνω στη σκηνή. Για μένα λοιπόν, ως σκηνοθέτη, όταν παίζω ο ίδιος, είμαι μείον ένας ηθοποιός να προετοιμάσω και ταυτόχρονα ένας πράκτορας πάνω στη σκηνή που, ανά πάσα στιγμή, χωρίς να αποκαλύπτει τις καταβολές του, παρασύρει τα πράγματα προς τη μεριά που επιλέγει. Γι’ αυτό διαλέγω πάντα ρόλους-κλειδιά που να είναι ρυθμιστικοί παράγοντες, επί σκηνής. Όταν λείπω απ’ τη σκηνή, κάτι μου λείπει. Μάλλον μεγαλύτερη ανασφάλεια έχω όταν δεν παίζω, παρά όταν παίζω και σκηνοθετώ.


-Αν σου έβαζα ένα πιστόλι στο κεφάλι και σου έλεγα ότι πρέπει να διαλέξεις…

(Απαντά πριν καν προλάβω να ολοκληρώσω την ερώτηση!)


«Ηθοποιός», πάντα ηθοποιός, μόνο ηθοποιός, πρώτα απ’ όλα ηθοποιός! Κι αν είχα ένα τελευταίο πράγμα να κάνω, θα ήταν να ξαναπαίξω μια παράσταση. Τις πιο σημαντικές στιγμές μου επαγγελματικά, τις ένιωσα πάνω στη σκηνή, τη στιγμή που έπαιζα. Δεν ξέρω στ’ αλήθεια τι σημαίνει συγγραφέας και τι σκηνοθέτης. Ξέρω τι σημαίνει ένας άνθρωπος της σκηνής, που δεν του φτάνει αυτό που παίζει και απλώνεται από το  παίζειν στο γράφειν και στο σκηνοθετείν. Και μάλιστα σκηνοθετώ απόλυτα σαν ηθοποιός. Την ώρα που οι ηθοποιοί διαβάζουν στο τραπέζι τους ρόλους, κυκλοφορώ στον χώρο, ακούω, φαντάζομαι... Αν δεν περπατήσει το σώμα μου πάνω στη σκηνή, δεν μπορώ να καταλάβω τι είναι αυτό που θέλω. Με τα χρόνια, απλώς, έχω βρει έναν τρόπο αυτή μου την αίσθηση να την κωδικοποιώ σε οδηγίες και για άλλους ηθοποιούς. Σαν ηθοποιός έκανα τα πρώτα μου «σοβαρά» ένσημα από παιδάκι. Ξέρω πολύ καλά τη δουλειά και δεν κρύβομαι. Είμαι ένας καλός ηθοποιός. Σαν επικεφαλής μιας παράστασης, όμως, έχω άλλα δύο πράγματα να κάνω. Το ένα είναι να βρω τους κώδικες για να επικοινωνήσω και το άλλο να μπορώ να διαχειριστώ το ανθρώπινο δυναμικό. Τους υπόλοιπους ηθοποιούς.

 

-Πώς γίνεται πρακτικά να σκηνοθετείς τον εαυτό σου; Βάζεις, για παράδειγμα, κάποιον άλλον να «παίζει» εσένα στις πρόβες;


Είμαι τόσο καλός, όσο η ομάδα γύρω μου. Η Αγγελική Γρηγοροπούλου είναι η βοηθός μου στα δύο τελευταία σκηνοθετικά μου εγχειρήματα. Υπάρχει ο Φοίβος Ρουμένας, ο οποίος είναι ο σύμβουλος δραματουργίας, ένας άνθρωπος με σπουδαίο θεατρικό φίλτρο που γνωμοδοτεί πολύ καίρια. Αλλά υπάρχει και το άλλο μου μισό, η Βάλια Παπακωνσταντίνου, η οποία είναι στο πρότζεκτ από την πρώτη λέξη που θα γραφτεί μέχρι το τελευταίο χειροκρότημα. Είναι στη σύλληψη του πράγματος, πίσω από τις κάμερες στα τρέιλερ, στις φωτογραφίσεις, στο εργαστήριο όπου γράφουμε, πολύ συχνά πάνω στη σκηνή μαζί μου, κάτω όταν είμαι εγώ πάνω ή και οι δύο μαζί στην πλατεία όταν σκηνοθετώ. Έχω πολλή εμπιστοσύνη σ’ αυτή την ομάδα των ανθρώπων και έχω και μία οξυμένη αίσθηση πάνω στη σκηνή, που πολύ σπάνια με προδίδει, ως προς το τι πραγματικά συμβαίνει κι αν αυτό που συμβαίνει είναι καλό. 



-Νιώθεις ότι έχεις φτάσει σε ένα επίπεδο επαγγελματικής καταξίωσης ή πρέπει ακόμη να αποδεικνύεις την αξία σου;


Είναι μια πολύ ευθεία αναλογία. Όταν έχεις κάνει κάτι πολύ λίγο, η προσδοκία που γεννιέται είναι πολύ λίγη. Μετά εξελίσσεσαι. Εγώ αυτή τη στιγμή έχω χαρά που κάποια πράγματα πήγαν καλά και πολύ περισσότερη αγωνία για τα επόμενα. Διότι πλέον υπάρχει μία προσδοκία. Κι έχω μια αίσθηση ότι, αν θυμηθώ τον εαυτό μου από τα επτά μου χρόνια, όταν έπαιξα πρώτη φορά, μέχρι τώρα στα σαράντα μου, πάντα ένιωθα το ίδιο πράγμα: η χαρά και η ευθύνη «ματσάρανε» απόλυτα. Ο καλλιτέχνης ανησυχεί διαρκώς, πάντα ψάχνει το επόμενο. Ποτέ δεν λέει «Τι ωραία, γίναμε!». Αλλιώς δεν είναι καλλιτέχνης. Μπορείς να κρατήσεις την ίδια δημιουργική αγωνία και στα εβδομήντα σου, μετά από τεράστιες επιτυχίες; Αυτό είναι μεγάλη προίκα. Αυτό δείχνει ότι ένας άνθρωπος έχει πραγματικά την αίσθηση πως το θέατρο είναι καλύτερο από όλους μας. Ότι εμείς υπηρετούμε το θέατρο και όχι το θέατρο εμάς.

 

-«Τζόνι Μπλε»: Ψηφίστηκε από τα μέλη μας Καλύτερο Δράμα, πιο Επιδραστική Παράσταση και απέσπασε τη δεύτερη θέση στις καλύτερες παραστάσεις της χρονιάς. Είναι αναμφίβολα μια πολύ μεγάλη εμπορική και καλλιτεχνική επιτυχία. Το περίμενες;


Το «Τζόνι Μπλε» ήταν ένα πολύ σκληρό και δύσκολο το ταξίδι. Έχω περάσει και καλύτερα σε παραστάσεις που έκαναν μικρότερη επιτυχία× δεν πάνε πάντα μαζί αυτά. Είναι μια παράσταση η οποία πήγε πάρα πολύ καλά, είχε πολλή απήχηση από το κοινό -κάτι που δεν περίμενα. Λειτούργησαν πράγματα που δεν φανταζόμουν ότι θα λειτουργούσαν, όπως η εμπλοκή του κοινού με την πλοκή και με τους χαρακτήρες. Χάρηκα πολύ που πήγε καλά. Για μένα το «Τζόνι Μπλε» ήταν παράσταση της μίας σεζόν. Και, χωρίς να μπλοφάρω, θα πω ότι πολύ δύσκολα θα πάει τρίτη σεζόν. Είναι μια συγκυρία η οποία λειτούργησε εξαιρετικά και την υπογράφω με όλο μου το «είναι» και με τις τρεις μου ιδιότητες. Απλώς είναι μια παράσταση πολύ απαιτητική.

 

-Γιατί είναι πιο απαιτητική παράσταση το «Τζόνι Μπλε» από τα «170 τετραγωνικά», για παράδειγμα;


Στα «170 τετραγωνικά» η ομάδα είναι πιο νεανική, κάτι που κάνει τα πράγματα πιο εύκολα, ακόμα και σε σχέση με τις βιολογικές μας δυνάμεις. Εγώ ως Γιωργής, στα «170 τετραγωνικά» παίζω στη μισή παράσταση, ενώ στο «Τζόνι Μπλε» είμαι επί σκηνής όλη την ώρα. Τα «170 τετραγωνικά» είναι μια πιο λυτρωτική παράσταση, μια πιο καθαρόαιμη κωμωδία -με όλη τη σκληρότητά της. Τα «170 τετραγωνικά», το «Μακριά από παιδιά» και «Ο Χαρτοπόλεμος» είναι έργα της καρδιάς μου. Το «Τζόνι Μπλε» είναι ένα έργο που έφτιαξα για να απευθύνω κάτι συγκεκριμένο στο κοινό. Δεν ξεκινάει από μένα, ξεκινάει από κάτι που έχω ανάγκη να πω. Τα άλλα είναι το σώμα μου, η ψυχή μου και το αίμα μου. Το «Τζόνι Μπλε» είναι μια ιδέα που ήθελα να φέρω στη σκηνή. Εξού και το φορμάτ, αλλά η έμπνευση, αντλείται από μια αμερικανική δραματουργία -άσχετο αν την ακολουθήσαμε ή την ανατρέψαμε. Οι άνθρωποι του «Τζόνι Μπλε» δεν είναι δικοί μου άνθρωποι, είναι χαρακτήρες που έγραψα. Στα άλλα τρία έργα, οι δεκαπέντε χαρακτήρες είναι άνθρωποι δικοί μου, τους ξέρω. Αν αυτή τη στιγμή μου ζητήσεις να μιλήσω σαν κάποιος από αυτούς, μπορώ πανεύκολα να αυτοσχεδιάσω οποιονδήποτε, γιατί έχω «καταπιεί» όλα τους τα χαρακτηριστικά. Αν μου ζητήσεις να αυτοσχεδιάσω ως κάποιος από τους χαρακτήρες του «Τζόνι Μπλε» μπορώ μόνο ως Μάκης. Τώρα ακούγεται σαν να προκρίνω τα άλλα έργα. Όχι, το «Τζόνι Μπλε» είναι η πιο άρτια δουλειά μας, γιατί το timing ήταν σωστό και ίσως επειδή βγήκαμε και λίγο έξω απ’ τον εαυτό μας.

 


-Τι «είδες» στο μονόπρακτο «Small Engine Repair» και αποφάσισες να βασίσεις ένα θεατρικό σου έργο σε αυτό;


Είδα έναν άνθρωπο να προσπαθεί να πάρει μιαν εκδίκηση. Η διαφωνία μου με αυτό που διάβασα ήταν η προσωπική ευθύνη που έλειπε. Συνήθως δεν μας εμπνέει κάτι που μας αρέσει. Μας εμπνέει κάτι με το οποίο ερχόμαστε σε ρήξη. Όταν διάβασα αυτό το μονόπρακτο, είπα πως εγώ θα το πήγαινα αλλού. Αυτό το «αλλού» με έκανε να θέλω να πω αυτή την ιστορία, αυτό που έχω εγώ ανάγκη, και να γράψω ένα νέο έργο.


-Μήπως σε έχει επηρεάσει και η γονεϊκότητα σε αυτά που θες να μοιραστείς με τον κόσμο;


Ήδη από το «Μακριά από παιδιά» είχε φανεί αυτό. Το να γίνεται κανείς γονιός είναι κάτι πολύ έντονο. Συχνά μου χρεώνουν ή μου πιστώνουν ότι μιλάω για την οικογένεια και την παθογένειά της. Δεν έχω στο μυαλό μου να μιλήσω για οικογένεια ή για παθογένεια, αλλά για τη σχέση των ανθρώπων. Υποχρεωτικά ο οικογενειακός κύκλος έχει τεράστια θέση στη ζωή μας. Πιστεύω πάρα πολύ στην οικογένεια. Πιστεύω ότι από εκεί προκύπτουν και τα τραύματα και τα θαύματα. Οπότε ναι, ασχολούμαι με την οικογένεια, αλλά δεν θέλω να χτυπήσω κανέναν, ούτε να στηλιτεύσω. Πιστεύω ότι η τέχνη δεν πρέπει να είναι διδακτική. Οφείλει να είναι συγκινητική. Απευθύνεται πρωτίστως στο θυμικό μας και από εκεί απλώνεται στη διάνοια, στο σώμα και στην ψυχοσύνθεσή μας. Θα ήθελα οι παραστάσεις μου να απευθύνονται και στην ενόρμηση. Θα ήθελα οι θεατές να γελάνε στις παραστάσεις μου και να κλαίνε.

 

-Είσαι λαϊκός καλλιτέχνης; Είναι στόχος σου οι παραστάσεις να απευθύνονται σε όλους;


Είμαι ένας πολύ λαϊκός άνθρωπος και καλλιτέχνης. Και το θεωρώ μεγάλη τιμή να είναι κάποιος λαϊκός καλλιτέχνης. Αυτό ήταν, είναι και θα είναι ένας πολύ συνειδητός μου στόχος. Είναι μεγάλο κομμάτι του καλλιτεχνικού μου στίγματος, το οποίο αυτή τη στιγμή προσπαθώ να εδραιώσω πρωτίστως μέσα μου και μετά έξω μου. Και έχει ένα πολύ μεγάλο παρελθόν. Αυτή η στόχευση ετέθη από τον πρώτο μου δάσκαλο, το πρότυπό μου, τον πατέρα μου, όταν ξεκίνησε να εργάζεται ως ηθοποιός γύρω στο 1984. Οπότε, λίγο πολύ, συνεχίζω την οικογενειακή επιχείρηση, η οποία έχει κάποια χαρακτηριστικά: λαϊκό θέαμα για όλους, με ποιότητα. Αυτό είναι το format και δε σκοπεύω να το αλλάξω, μόνο να το εξελίξω.

 

-Πιστεύεις ότι η επίδραση μίας παράστασης φαίνεται συν τω χρόνω;


Είδα τον «Εχθρό του λαού» του Ostermeier και ακόμη τον σκέφτομαι. Δεν ξέρω αν είναι καλή ή κακή παράσταση στα μάτια των θεατών× εμένα, όμως, με μοίρασε στα δύο. Συνήθως, πρώτα με αγγίζει μια παράσταση και μετά μου ψιθυρίζει κάτι στο αφτί. Στις παραστάσεις του δασκάλου μου, του Μιχαήλ Μαρμαρινού, μου συμβαίνουν πολύ συχνά και τα δύο. Άλλοτε απευθύνεται στη νόηση και μετά μπαίνει στη συγκίνηση, και άλλοτε με συγκινεί τόσο πολύ ακαριαία και μόνο αργότερα συνειδητοποιώ τι ήταν αυτό που με συγκίνησε. Το θέατρο έχει πολλά να μας πει, αλλά και πολλά να μας κάνει να νιώσουμε.

 

-Γιατί πιστεύεις πως η παράσταση «Τζόνι Μπλε» ψηφίστηκε ως η πιο Επιδραστική παράσταση της χρονιάς; Θεωρείς ότι το θέατρο έχει τη δύναμη να μετακινεί τους ανθρώπους;


Θεωρώ ότι μια παράσταση έχει τη δύναμη να κάνει τους ανθρώπους να μιλήσουν για πράγματα μέσα τους και έξω τους. Να τους κάνει να νιώσουν. Αυτό που είναι μοναδικό στις παραστάσεις μας -και μου έδωσε τη μεγαλύτερη χαρά απ’ όλα- είναι το εξής: Το κοινό που έχουμε τα τελευταία χρόνια είναι στη μέση ηλικία και άνω. Ξαφνικά, από τα μέσα της σεζόν, άρχισα να παρατηρώ ότι το 20% με 40% του κοινού ήταν παιδιά 15 έως 18 ετών που έρχονταν με τους γονείς τους. Πάνω από τους μισούς θεατές που είχαν ήδη δει την παράσταση, επέστρεψαν για να τη δουν ξανά, αυτή τη φορά με τα παιδιά τους. Αυτό για μένα είναι πολύ μεγάλο ζήτημα. Και λειτούργησε εντελώς ερήμην μου.



-Στο «Τζόνι Μπλε» υπάρχει κι ένας πολύ αναγνωρίσιμος τύπος νέου της εποχής μας: εύκολο χρήμα, παρανομία, τραπ, μισογυνισμός. Εμπεριέχει αυτός ο χαρακτήρας ένα σχόλιο για τους νέους σήμερα; Μήπως εδώ γίνεσαι κάπως «διδακτικός» ;


Τώρα μου βάζεις δύσκολα γιατί σιχαίνομαι τη λέξη «διδακτικός». Τι σημαίνει διδακτικός; Διδακτικό είναι κάτι που δεν εξυπηρετεί τη δραματουργία και μπαίνει μόνο για να κουνήσει το δάχτυλο. Η πρόθεσή μας δεν ήταν να πούμε «Κοίτα τα νέα παιδιά», αλλά να υπηρετηθεί η ανατροπή της ιστορίας. Εάν μέσα από αυτό προκύψουν και κάποια μηνύματα, καλώς να ορίσουν.

 

-Και πέρα από τους εφήβους και τους νέους, είναι μια παράσταση που είδαν -και πρέπει να δουν- οι άντρες.


Οι αντρικοί ρόλοι δεσπόζουν στο έργο. Η θεματολογία αφορά πολύ στο αντρικό σύμπαν και ιδιαίτερα στους άντρες που είναι και γονείς. Εν τω μεταξύ, έγραψα πιο κοντά σ’ εμένα τον ρόλο του Πέτρου (Ιωσήφ Ιωσηφίδης). Έγραψα με σκοπό να υποδυθώ τον Σωτήρη (Μάνος Καζαμίας) και τελικά, όταν συναντήθηκα με την ομάδα, αποφάσισα να παίξω τον Μάκη. Οπότε, από τους τρεις βασικούς χαρακτήρες, με τον έναν ταυτίζομαι, ο άλλος ήταν ο στόχος μου να ερμηνεύσω και ο τρίτος είναι τελικά αυτός με τον οποίο βρέθηκα πάνω στη σκηνή. Έχω πολύ μεγάλη σύνδεση και με τους τρεις. Παρ’ όλα αυτά -θα ξαναπώ- δεν τους ήξερα. Τους έμαθα για να τους γράψω, χρειάστηκε να μελετήσω. Στα προηγούμενα τρία έργα, αντίθετα, οι χαρακτήρες ήταν άνθρωποι δικοί μου. Ίσως αυτός να είναι ο λόγος που η παράσταση απευθύνθηκε και σ’ ένα άλλο κοινό κι άνοιξε μια ομπρέλα. Πολύ συχνά λειτουργεί έτσι το πράγμα, όταν ανοίγεσαι εσύ σε κάτι καινούργιο, ανοίγεται κι ένα καινούργιο κοινό σε εσένα.

 

-Ένα μέλος μας σχολίασε πως ενώ γράφεις διαολεμένα σενάρια, επιλέγεις για τον εαυτό σου τους πιο αγαθούς ρόλους και χαίρεσαι με αυτή την αντίφαση. Ισχύει;


Κοίτα, από τα τέσσερα δικά μας έργα, στα δύο έπαιξα τον αγαθό και στα δύο το απόλυτο καθίκι. Απλώς αυτά που έτρεξαν μέχρι τώρα πιο πολύ, είναι τα πρώτα. Αυτό σημαίνει ενδεχομένως ότι μου ταιριάζει περισσότερο αυτός ο ρόλος ή ότι έτυχε αυτά τα έργα να αρέσουν περισσότερο. Οι άνθρωποι, όμως, που με γνωρίζουν καλά, με βλέπουν περισσότερο στον άλλο ρόλο× στον πιο σκληρό, κομπλεξικό, τοξικό, «ανεκδήλωτης τρυφερότητας χαρακτήρα». Είναι πιο πολύ μες στο σώμα μου, πιο δικό μου υλικό. Αυτό το σχόλιο έχει πλάκα και το ακούω, γιατί με κάνει να συνειδητοποιώ ότι έχω και τα δύο πρόσωπα: την τρυφερότητα που υπάρχει και κρύβει τη σκληρότητα και τη σκληρότητα που υπάρχει και κρύβει την τρυφερότητα. Και θέλω να τα επισκέπτομαι και τα δύο εξίσου. Επί σκοπού λοιπόν, ο επόμενός μου ρόλος δεν θα είναι καθόλου «αθώος». Μου αρέσουν ακόμη πιο πολύ οι ήρωες που υπήρξαν τρυφεροί κι έχασαν τον δρόμο τους από αυτούς που παραμένουν τρυφεροί.

 

-Γιατί πιστεύεις ότι το θεατρικό κοινό αποτελείται στην πλειοψηφία του από γυναίκες; Υπάρχει εκεί κάποια τρυφερότητα που φοβούνται οι άντρες να αγγίξουν;


Θεωρώ καταρχάς ότι η γυναίκα είναι -κι ας κατηγορηθώ για στερεοτυπισμό- ένα πολύ σύνθετο ον. Η γυναίκα είναι ένα πλάσμα που γεννά την ίδια τη ζωή, ένα «κυκλικό» όν που βιώνει σημαντικές αλλαγές σε σώμα και ψυχή ανά μήνα. Έχει ως εκ τούτου, θεωρώ, και πολύ πιο ευθεία σχέση με το συναίσθημά της. Δεν είναι καθόλου περίεργο να έχει μεγαλύτερη ροπή προς την τέχνη. Γιατί η τέχνη επιχειρεί να αποτυπώσει τα συναισθήματα και τις ιδέες της ζωής. Μου φαίνεται πολύ συνεπές με τη γυναίκα το ότι έχει μεγαλύτερη επαφή με την τέχνη και δεν με πειράζει καθόλου να «σέρνει» και τον άντρα της μαζί! Δεν πιστεύω όμως, απ’ την άλλη, ότι δεν υπάρχει μια μεγάλη μερίδα ανδρών, όπως ο υποφαινόμενος, που έχει μεγάλη ανάγκη το θέατρο. Εμένα με ενδιαφέρει να φτιάχνω παραστάσεις οι οποίες απευθύνονται και σε κόσμο που δεν έχει πολλή επαφή με το θέατρο, άρα και στην πλειοψηφία του δυνάμει αντρικού κοινού. Από αυτά που μου λένε οι θεατές, θεωρώ ότι το «Τζόνι Μπλε», αυτό το πέτυχε, γιατί μπαίνει στον αντρικό κόσμο. Αυτό είναι ένα ευτύχημα για την ισορροπία και την πολυσυλλεκτικότητα του κοινού.



-Είναι ένα έργο που μιλάει για τον μισογυνισμό, όπως έχεις πει. Τι είναι αυτό μισούν οι άντρες στις γυναίκες;


Στην πραγματικότητα, θεωρώ πως δεν είναι μίσος, είναι φόβος για αυτό το πολύ σύνθετο ον που είναι η γυναίκα. Κάτι που έχω καταλάβει με σύζυγο, κόρη και μάνα, είναι ότι τη γυναίκα δεν είναι κακό να τη φοβάσαι, πρέπει να την αγαπάς ακόμη περισσότερο. Η αγάπη πρέπει να υπερνικάει τον φόβο. Αν δούμε μακροσκοπικά την ιστορία την ανθρωπότητας, η γυναίκα και ο άντρας συνεργάστηκαν πολύ περισσότερο από όσο συγκρούστηκαν για να επιβιώσουν. Αυτό εμένα μου δίνει ελπίδα. Δεν μπορούμε να βλέπουμε διαρκώς την γυναίκα και τον άντρα σε μία σχέση πολεμική.

 

-Εδώ θα κάνω τον δικηγόρο του διαβόλου: Ωραίοι οι ενωτικοί λόγοι, αλλά μήπως προέρχονται από μία θέση ισχύος; Αφενός είσαι άντρας και αφετέρου, μεγάλωσες σε ένα υποστηρικτικό πλαίσιο που αγκάλιασε την πιο ευαίσθητη πλευρά σου.


Αυτό που λες έχει βάση. Γεννήθηκα μες στο θέατρο από πολύ προοδευτικούς γονείς. Όμως όταν ήρθα στην Ελλάδα από την Κύπρο, δυσκολεύτηκα πάρα πολύ και χρειάστηκα ανθρώπους δίπλα μου να με στηρίξουν. Είχα κι εγώ το δικό μου μερίδιο στο bullying - κανείς δεν μένει εντελώς αλώβητος απ’ αυτό. Ίσως γι’ αυτό οι κεραίες μου είναι τόσο οξυμένες. Απ’ την άλλη, θέλω να κρατάω και τις αντιστάσεις νηφαλιότητας που μου προσφέρει η θέση μου. Το παραδέχομαι, δεν κουβαλάω κάποια βαθιά τραυματική εμπειρία. Αυτό μου δίνει τη δυνατότητα, εάν έχω τα συναισθηματικά αποθέματα, να προσεγγίσω το τραύμα, αλλά, όποτε χρειάζεται, να κάνω ένα βήμα έξω από αυτό και να το αποτυπώσω. Όταν, ωστόσο, μπαίνω στην περιοχή πραγμάτων που με πονάνε πυρηνικά, λειτουργώ και αρκετά βιωματικά. Έγραψα τον ρόλο του Γρηγόρη όταν συνάντησα έναν άνθρωπο στο Mall του Αγίου Δημητρίου πριν από μια δεκαετία και με κεραυνοβόλησε μια μεγάλη στεναχώρια και ένα νοιάξιμο. Προσπάθησα να φτιάξω έναν χαρακτήρα και να υποστηρίξω το απόλυτο δράμα του κάθε βράδυ, και μάλιστα με τα υλικά της κωμωδίας. Πονάω πάρα πολύ αυτά που φτιάχνω. Έχω τεράστια αγωνία για το αν θα είναι καλά, αλλά και για το τι ανάστημα έχω κι εγώ μέσα στα πράγματα. Τόσο μεγάλη, που πολύ συχνά νιώθω το βάρος της να με τσακίζει. Είπα πριν ότι δεν κουβαλάω μεγάλο τραύμα, αλλά έρχομαι κι εγώ με το δικό μου καραβάκι. Μεγάλωσα μέσα στο θέατρο. Η σχέση μου με τους δικούς μου ανθρώπους είναι μέσα από το θέατρο. Με τον πατέρα μου από πέντε χρονών μιλάω για το θέατρο. Το θέατρο είναι τόσο σημαντικό και τόσο πυρηνικό στη ζωή μου, που αν δεν φροντίσω εγώ ίδιος να πάρω σιγά σιγά κάποιες υγιείς αποστάσεις, θα με καταστρέψει ψυχολογικά.

 

-Ποια είναι τα σχέδιά σου για την επόμενη θεατρική χρονιά;


Το «Τζόνι Μπλε» συνεχίζεται και του χρόνου. Ο «Έβρος απέναντι» είναι η καινούργια δουλειά που σκηνοθετώ. Και θα ξαναπαιχτούν τα «170 τετραγωνικά» από 6 Νοεμβρίου στο θέατρο ΔΙΑΝΑ για λίγες παραστάσεις ακόμη, καθώς και σε επιλεγμένους χειμερινούς σταθμούς εκτός Αθήνας. Μάλιστα, έδωσα τα δικαιώματα και τα «170 τετραγωγικά» θα γίνουν ταινία. Περιμένω κι εγώ με μεγάλη αγωνία να δω τα αποτελέσματα.

 

-Και η τελευταία ερώτηση. Ποιο είναι το Δράμα σου; Ή ποιο Δράμα θα ήθελες να ζήσεις;


Το Δράμα μου είναι ότι δεν μου είμαι αρκετός. Δεν μου φτάνω. Δεν έχω ταυτότητα έξω από αυτό που κάνω, ώστε να προστατεύω τον εαυτό μου όσο και όπως του αξίζει. Το Δράμα μου είναι ότι είμαι σε ρήξη με τον εαυτό μου από τον καιρό που τον θυμάμαι. Και ψάχνω τον τρόπο να αγκαλιάσω εκείνο το παιδάκι που υπήρξα στα πέντε μου, να του πω, «Εδώ είμαι, μη φοβάσαι. Θα σε πάρω εγώ αγκαλιά και θα είμαστε καλά». Ακόμη αυτό το παιδάκι με περιμένει να γυρίσω σπίτι.


Το Δράμα που θα ήθελα να ζήσω, να ζω και να ξαναζώ είναι ο έρωτας μου για τη γυναίκα μου που επίσης δεν μου φτάνει με τίποτα. Παρά τα δύο παιδιά και τα δεκαοκτώ χρόνια κοινής πορείας, νιώθω ότι αυτό το «Δράμα» είναι ακόμα στην «Πρώτη Πράξη»!



Φεύγοντας από τη Νέα Σμύρνη, σκεφτόμουν περισσότερο εκείνο το πεντάχρονο παιδί που, όπως μου είπε, ακόμη τον περιμένει να γυρίσει σπίτι. Ίσως εκεί να βρίσκεται και η πηγή της δημιουργικής του αγωνίας. Εκείνο που του εύχομαι είναι να συνεχίσει να υπηρετεί με την ίδια αφοσίωση το ποιοτικό λαϊκό θέατρο, χωρίς ποτέ να χάσει αυτή την ανησυχία που τον κρατά διαρκώς σε εγρήγορση. 

Γραφτείτε στο newsletters μας για να μαθαίνετε πρώτοι τα νέα μας!

Ευχαριστούμε!

@2023 Created by ZwEnaDrama team

  • Instagram
  • Facebook
bottom of page