«Ποιος σκότωσε τον πατέρα μου», όταν το προσωπικό βίωμα γίνεται πολιτική στάση
- Μαίρη Μαρκογιαννάκη

- πριν από 2 ημέρες
- διαβάστηκε 3 λεπτά
Την αξία μιας παράστασης δεν την αντιλαμβάνεσαι πάντα αμέσως. Συχνά αποκαλύπτεται αργότερα, ακόμη και χρόνια μετά, από το πόσο επιμένει να επανέρχεται στις σκέψεις σου. Παρακολούθησα την παράσταση «Ποιος σκότωσε τον πατέρα μου» στο πρώτο της ανέβασμα το 2023 από την Ορχήστρα των Μικρών Πραγμάτων και συγκαταλέγεται στις παραστάσεις που έχουν χαραχτεί μέσα μου. Φέτος, λοιπόν, που ανέβηκε ξανά από τους ίδιους συντελεστές, επέλεξα να κάνω το θεατρικό μου «ποδαρικό» για το 2026 επιστρέφοντας σε αυτήν. Η συγκίνησή μου υπήρξε η ίδια -αν όχι εντονότερη- καθώς αυτή τη φορά είχα επίγνωση για το τι επρόκειτο να βιώσω.

Το έργο του Εντουάρ Λουί αποτελεί μια αυτοβιογραφική κατάθεση με αναμφισβήτητο ψυχαναλυτικό βάθος για τη σχέση του γιου -του κάθε γιου- με τον πατέρα. Παρότι προφανώς δεν υπήρξα ούτε το ένα ούτε το άλλο, η ιστορία του με συντάραξε, υπενθυμίζοντάς μου πόσο ανεξίτηλα εγγράφεται στην ψυχή του παιδιού η κάθε λέξη, πράξη ή παράλειψη του γονέα. Ένας κοινός, αδιάφορος, ακόμη και αποτυχημένος για τον υπόλοιπο κόσμο άνθρωπος, αποτελεί ολόκληρο τον κόσμο για το δικό του παιδί.
Ο πυρήνας του έργου αφορά την αποδοχή του εαυτού μέσα από την αποδοχή των γονέων. Αγγίζει ζητήματα ταυτότητας φύλου, στερεοτύπων και κοινωνικού στίγματος, χωρίς ίχνος διδακτισμού. Κι όμως, φέρει αναπόφευκτα τον καθένα από εμάς ενώπιον των ευθυνών μας ως γονέων, εκπαιδευτικών, συμπολιτών. Μας προσκαλεί να αναλογιστούμε πώς αναθρέφουμε και πώς αντιμετωπίζουμε τα παιδιά -ιδίως εκείνα τα παιδιά που διαφέρουν• που διαφέρουν γιατί έτσι γεννήθηκαν, που μεγαλώνουν μες στην απόρριψη και τη χλεύη, που δεν κατανοούν ποιο είναι το «λάθος» τους, που συνηθίζουν τελικά να ντρέπονται γι’ αυτό που είναι.

Πατέρας, γιος, μάνα, ολόκληρη η οικογένεια -και διά αυτής ολόκληρη η κοινωνία- παρελαύνουν επί σκηνής ενσαρκωμένοι από δύο μόνο ηθοποιούς, τον Γιώργο Κισσανδράκη και τον Διονύση (Ντένη) Μακρή. Οι ρόλοι εναλλάσσονται αδιακρίτως από τους δύο ερμηνευτές, ακόμη και στον ίδιο διάλογο. Κι αν αυτό σας προβληματίσει στην αρχή, αν νιώσετε πως δεν συντονίζεστε, δώστε ένα περιθώριο δέκα λεπτών στον εαυτό σας. Η παράσταση εξελίσσεται μαγικά, οι ηθοποιοί εισέρχονται και εξέρχονται στους ρόλους τόσο επιδέξια και αρμονικά που είναι βέβαιο πως σύντομα θα σταματήσετε να σκέφτεστε και θα αφεθείτε να σας παρασύρει το συναίσθημα.
Αυτή η παράτολμη σκηνοθετική επιλογή του Χρήστου Θεοδωρίδη, η οποία εύκολα θα μπορούσε να αποβεί μοιραία, όχι μόνο αναδεικνύει το ατόφιο ταλέντο των δύο ερμηνευτών, αλλά καθιστά τη δραματική συνθήκη τόσο ξεχωριστή, που το κοινό μοιάζει να κρατά την ανάσα του για να μη διαταράξει τη μυσταγωγία που εκτυλίσσεται μπροστά του. Κι αυτό είναι ένα παράδειγμα για το πώς ένα μη θεατρικό μονολογικό κείμενο μετουσιώνεται σε θεατρικό έργο αν υπάρχει έμπνευση, τόλμη, ταλέντο και κόπος.

Στο τελευταίο μέρος, το έργο υπερβαίνει το εξομολογητικό ύφος των παιδικών βιωμάτων και αποκτά εξόχως καταγγελτικό χαρακτήρα, μετατοπίζοντας το διακύβευμα στο πολιτικό πεδίο. Ο «δολοφόνος» του πατέρα του Εντουάρ Λουί, όπως και πολλών ακόμη ανθρώπων της εργατικής τάξης, αποκαλύπτεται πως είναι η κρατική αναλγησία, οι πολιτικές αποφάσεις που αντιμετωπίζουν τις ανθρώπινες ζωές ως νούμερα, είναι συγκεκριμένα πρόσωπα σε συγκεκριμένες θέσεις με συγκεκριμένα ονοματεπώνυμα.
Πέρα από τη δραματουργική αξία της παράστασης, είναι σημαντικό ακουστεί και η ίδια η ιστορία του Εντουάρ Λουί. Γεννημένος ως Εντύ Μπελγκέλ σε ένα διόλου υποστηρικτικό οικογενειακό πλαίσιο, βίωσε τη φτώχεια και την κοινωνική ανισότητα, την περιθωριοποίηση και τη βία. Ο ίδιος ο συγγραφέας συσχετίζει ευθέως την κοινωνικοοικονομική κατάντια και την κατάρρευση της υγείας του πατέρα του με την απόρριψή της εκπαίδευσης. Για τον πατέρα του, το σχολείο λειτούργησε ως μια «αρχή» απέναντι στην οποία όφειλε να εναντιωθεί, προκειμένου να αποδείξει την «αρρενωπότητά» του στα μάτια των ομηλίκων του. Ο γιος του, αντιθέτως, είδε το σχολείο ως ευκαιρία• ευκαιρία για να ανατρέψει μια προδιαγεγραμμένη πορεία, να σπάσει τον φαύλο κύκλο της πενίας και να γίνει, στα 34 του χρόνια σήμερα, ένας από τους πιο πολυδιαβασμένους συγγραφείς της Γαλλίας.
Αν κρατήσουμε αυτό το μήνυμα ως θεατές, νομίζω πως η συγκεκριμένη παράσταση μπορεί να ιδωθεί ως βαθιά και ουσιαστικά αισιόδοξη.

Πότε: Κάθε Σάββατο στις 21:00 και Κυριακή στις 20:00 έως 25/1
Extra παραστάσεις Ιανουαρίου 2026: Κυριακή 4/1 στις 17:00, Παρασκευή 2/1 στις 20:00, Κυριακή 11/1 στις 17:00, Πέμπτη 15 & Παρασκευή 16/1 στις 20:00
Πού: ΠΛΥΦΑ
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
Κείμενο: Εντουάρ Λουί
Μετάφραση: Στέλα Ζουμπουλάκη
Σκηνοθεσία: Χρήστος Θεοδωρίδης
Δραματουργία: Ιζαμπέλα Κωνσταντινίδου – Χρήστος Θεοδωρίδης
Χορογραφία: Ξένια Θεμελή
Σκηνικά – Κοστούμια: Τίνα Τζόκα
Μουσική επιμέλεια: Χρήστος Θεοδωρίδης
Σχεδιασμός φωτισμών: Τάσος Παλαιορούτας
Φωτογραφίες - Video: Αναστασία Γιαννάκη
Γραφιστικός σχεδιασμός: Dazno
Οργάνωση παραγωγής: Άννα Τιαγκουνίδου
Επικοινωνία: Λία Κεσοπούλου
Παραγωγή: Ορχήστρα των Μικρών Πραγμάτων
Επί σκηνής: Γιώργος Κισσανδράκης, Διονύσης (Ντένης) Μακρής




